• Home
  • /Uncategorized
  • /Σχέδιο Νόμου «Ενέχυρο – ποινική συνδιαλλαγή σε εγκλήματα εις βάρος του Δημοσίου. Σύσταση ειδικού προανακριτικού σώματος. Θέματα αστικής ευθύνης του τύπου και άλλες διατάξεις»

Σχέδιο Νόμου «Ενέχυρο – ποινική συνδιαλλαγή σε εγκλήματα εις βάρος του Δημοσίου. Σύσταση ειδικού προανακριτικού σώματος. Θέματα αστικής ευθύνης του τύπου και άλλες διατάξεις»

ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ 

(wwwedam.gr/infoedam@gmail.com) [1]

ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΟΜΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ–ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ.

 

ΘΕΜΑ: Σχέδιο Νόμου «Ενέχυρο – ποινική συνδιαλλαγή σε εγκλήματα εις βάρος του Δημοσίου. Σύσταση ειδικού προανακριτικού σώματος. Θέματα αστικής ευθύνης του τύπου και άλλες διατάξεις

 

ΑΡΘΡΟ 28

Μετά το άρθρο 15 και πριν το άρθρο 16 του ν.3068/2002 (Α΄274), προστίθεται άρθρο 15 Α ως εξής: «1. Το δικαστήριο, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο, μπορεί να κηρύσσει καταργημένες τις εκκρεμείς δίκες για αιτήσεις ακυρώσεως και να απορρίπτει αιτήσεις αναστολής που ασκήθηκαν μέχρι 31-1-2010 και αφορούν ακυρωτικές διαφορές, υπαγόμενες στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου και του τριμελούς διοικητικού εφετείου, οι οποίες δημιουργήθηκαν από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων, που εκδόθηκαν κατ’εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών (άρθρο. 15 του ν.3068/2002). 2. Με την ίδια απόφαση τίθενται στο αρχείο οι δικογραφίες που αφορούν τις υποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου. Πριν την έκδοση της παραπάνω απόφασης περί κατάργησης της δίκης και τη θέση της δικογραφίας στο αρχείο, ενημερώνεται εγγράφως ή προφορικώς, με σχετική επισημείωση ΒΕΒΑΙΩΝΕΙ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ επί του φακέλου της υπόθεσης, από την αρμόδιο Γραμματεία του Δικαστηρίου, ο υπογράφων δικηγόρος, στη δηλωθείσα από αυτόν διεύθυνση ή βάσει των λοιπών δηλωθέντων από αυτόν στοιχείων επικοινωνίας, προκειμένου να υποβάλλει δήλωση εντός τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή του εγγράφου ή την ειδοποίηση, ότι επιθυμεί τη συζήτηση της υπόθεσης, προσκομίζοντας σχετική εξουσιοδότηση του αλλοδαπού διαδίκου, θεωρημένη αρμοδίως για το γνήσιο της υπογραφής του τελευταίου.3. Στην περίπτωση κατάργησης της δίκης, κατά τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, η τυχόν χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή ή η απόφαση περί αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, παύουν να ισχύουν αυτοδικαίως από την κατάργηση της δίκης και τη θέση της δικογραφίας στο αρχείο, χωρίς να απαιτείται ανάκλησή τους από το Δικαστήριο».

 

Α ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας στην ελληνική έννομη τάξη θεμελιώνεται τόσο σε διεθνή συμβατικά κείμενα, όσο και στις  Συνταγματικές διατάξεις. Το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος ορίζει ρητά ότι καθένας έχει αξίωση εναντίον του κράτους να του παρασχεθεί έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα θιγόμενα δικαιώματα και συμφέροντά του. Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας εδράζεται έμμεσα και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις[2] .Ειδικότερα το άρθρο 26 Σ καθιερώνει συνταγματικά τη διάκριση των βασικών κρατικών  λειτουργιών –της εκτελεστικής, της νομοθετικής και της δικαστικής –και ορίζει στην παράγραφο 3, ότι << η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια>>. Από τη διάταξη αυτή συμπεραίνουμε αφενός ότι η δικαστική λειτουργία ανατίθεται αποκλειστικά στα δικαστήρια και αφετέρου ότι τα δικαστήρια είναι ανεξάρτητα από τη νομοθετική και την εκτελεστική λειτουργία. Από όλες τις διατάξεις του δεύτερου κεφαλαίου του πέμπτου τμήματος του Συντάγματος (άρθρα93-100), στο οποίο καθορίζεται η ειδικότερη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, συνάγεται έμμεσα αλλά σαφώς ότι παρέχεται ταυτόχρονα το δικαίωμα στα πρόσωπα να προσφεύγουν στα δικαστήρια, για να ζητήσουν παροχή δικαστικής προστασίας. Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας κατοχυρώνεται και από το άρθρο 6&1 της ΕΣΔΑ

Β ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Το δικαίωμα για την παροχή δικαστικής προστασίας και η άσκησή του πρέπει να περιβάλλεται από τις εγγυήσεις ώστε με την άσκησή του να καθίσταται πρόσφορη η παροχή πλήρους, αποτελεσματικής, δραστικής, γρήγορης, αξιόπιστης, ορθής και ελεγχόμενης ως προς την ορθότητα της δικαστικής προστασίας.[3]. Η δικαστική προστασία ισχύει μέσα στα διαδικαστικά πλαίσια που χαράζουν οι εκάστοτε ισχύοντες δικονομικοί νόμοι. Στον κοινό νομοθέτη έχει επιφυλαχθεί να καθορίσει τη διαδικασία για την άσκηση της αξίωσης αυτής εκ μέρους των ενδιαφερομένων, καθώς και των προϋποθέσεων, με τις όποιες η άσκηση αυτή δεν είναι καταχρηστική (πρβλ. Σ 25 § 3) και παράλληλα δεν καταλύεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.[4]. Ειδικότερα[5] τα κριτήρια, συμφώνως προς τα οποία επιτρέπεται η θέσπιση τέτοιων δικονομικών προϋποθέσεων, έχουν διατυπωθεί τόσο από το ΕΔΔΑ, όσο και από τα Ελληνικά δικαστήρια. Ειδικότερα, κάθε περιορισμός που επιβάλλεται στο δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο πρέπει: α) <<Να μην υπερβαίνει τα όρια εκείνα πέραν των οποίων θα συνεπαγόταν την άμεση ή έμμεση κατάλυση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.(ΑΕΔ 33/1995, ΝοΒ 1995,σελ 908, ΣΤΕ 3470/2007), β) <<Να μην καθιστά υπερμέτρως δυσχερή την άσκηση του ενδίκου μέσου>> (ΣΤΕ3738/2008) γ) Να τελεί σε αναλογία προς τον σκοπό για τον οποίο επεβλήθη. Τέτοιος σκοπός μπορεί να είναι <<η εγγύηση της νομικής ασφάλειας και της καλής απονομής της δικαιοσύνης>> (απόφαση Ε.Δ.Δ.Α της 24.5/23.10.2006 ,προσφυγή 20627/04, υπόθεση Λιακόπουλου κατά Ελλάδος) και <<η λειτουργία των δικαστηρίων και η ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης>>(ΑΠ 675/2010.ΟλΣτΕ 647/2004 ΝοΒ 2004, σελ 306).

Στην έννοια του δικαιώματος δικαστικής προστασίας περιέχεται και το δικονομικό δικαίωμα κάθε διαδίκου να μη δικάζεται ερήμην παρά μόνο αν έχει κλητευτεί νόμιμα, έγκαιρα, εμπρόθεσμα ή η απουσία του δεν οφείλεται σε λόγους ανώτερης βίας[6] ,καθώς και το δικαίωμα του για έκδοση δικαστικής απόφασης.

Γ Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 28

Η προωθούμενη διάταξη θέτει ζητήματα συνταγματικότητας για τους εξής λόγους: α) Προσβάλλεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, όταν καταργείται η εκκρεμής δίκη, χωρίς την έκδοση δικαστικής απόφασης δίχως τη θέληση του ενδιαφερομένου σε περίπτωση μη έγκαιρης–νόμιμης ενημέρωσης ή σε περίπτωση αδυναμίας ενέργειας για λόγους ανωτέρας βίας .β) Η διάταξη ενέχει έμμεση επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στο έργο της δικαστικής και αντίκειται γι’ αυτό στη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Με πράξη της νομοθετικής εξουσίας δίδεται λύση, η οποία μόνο με δικαστική απόφαση είναι δυνατόν να δοθεί, αφού πρόκειται για ζήτημα που έχει αχθεί ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου το οποίο και μόνο έχει τη λειτουργική αρμοδιότητα να αποφανθεί. Ειδικότερα, η θέση σύντομης τριανταήμερης προθεσμίας προς ενέργεια και η δυνατότητα προφορικής ενημέρωσης θα οδηγήσουν σύμφωνα με την εμπειρία μας από την καθημερινή πρακτική σε σωρεία καταργημένων δικών. Συνεπώς, εμμέσως η εκτελεστική εξουσία δικαιοδοτεί. γ) Οι διατάξεις του άρθρου 28 οδηγούν στην άμεση κατάλυση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Δ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 28

1. << Το δικαστήριο οι οποίες δημιουργήθηκαν από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων, που εκδόθηκαν κατ’εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών (άρθρ. 15 του ν.3068/2002 >>

Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» στο Προοίμιο αναγράφονται τα εξής: <<Το Συμβούλιο της Επικρατείας και η διοικητική δικαιοσύνη στο σύνολό της υπάρχουν για να προστατεύουν τον πολίτη από την παράνομη διοικητική δράση. Την αποτελεσματικότητα της προστασίας αυτής υπονομεύει όμως ο συντριπτικός όγκος των εκκρεμών υποθέσεων και οι συνακόλουθες καθυστερήσεις που ταλαιπωρούν τους πολίτες και έχουν δυσμενέστατες επιπτώσεις αυτό οφείλεται: α) στην κακοδιοίκηση, η οποία, σε συνδυασμό με την δαιδαλώδη πολυνομία, αποτελεί πραγματική «μηχανή παραγωγής» διαφορών, β) στην έλλειψη ρυθμίσεων που θα απεθάρρυναν την άσκηση «προπετών» ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ή ενδίκων βοηθημάτων και μέσων με ασήμαντο αντικείμενο ή προδήλως αβασίμων, γ) στην αλόγιστη άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων από το ίδιο το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Πρέπει, συνεπώς, να ληφθούν δραστικά μέτρα, για την αντιμετώπιση του προβλήματος, όπως άλλωστε, τονίσθηκε και από όλους τους συμμετέχοντες στην ανοιχτή συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου της 1ης Μαρτίου 2010 με την ηγεσία της δικαιοσύνης.>>

Μάλλον τα μέτρα δεν ήταν αρκετά δραστικά, καθώς ο όγκος των υποθέσεων που εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια δεν έχει μειωθεί. Τα τελευταία χρόνια τόσο η οικονομική κρίση και συνακόλουθα η έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης οδήγησαν μεγάλο αριθμό αλλοδαπών στην απώλεια της άδειας παραμονής, όσο και η αθρόα είσοδος παράνομων αλλοδαπών οδήγησαν στην σώρευση χιλιάδων δικογράφων αιτήσεων ακυρώσεως στα Διοικητικά Πρωτοδικεία της χώρας. Αυτή τη στιγμή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών εκδικάζονται ακόμα οι αιτήσεις ακύρωσης με χρονολογία κατάθεσης 2007. Παράλληλα, όμως εκκρεμούν και χιλιάδες αιτήσεις Ελλήνων με ποικίλα αντικείμενα. Η διάταξη που καταργεί τις δίκες  των αλλοδαπών με μια διαδικασία που δεν εξασφαλίζει καμία ασφάλεια δικαίου, όπως  θα αναπτυχθεί κατωτέρω, εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση κατά των αλλοδαπών που περιμένουν την εκδίκαση της υπόθεσής ήδη για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ η Ελλάδα έχει γίνει το κέντρο των βιοτικών και επαγγελματικών τους σχέσεων.

2.<< ενημερώνεται εγγράφως ή προφορικώς, με σχετική επισημείωση ΒΕΒΑΙΩΝΕΙ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ επί του φακέλου της υπόθεσης, από την αρμόδιο Γραμματεία του Δικαστηρίου, ο υπογράφων δικηγόρος.>>

Η δίκη καταργείται σε συμβούλιο, εφόσον ενημερωθεί ο πληρεξούσιος δικηγόρος γραπτά ή προφορικά και παρέλθει η προθεσμία των 30 ημερών. Η προφορική ενημέρωση, χωρίς την υπογραφή και του πληρεξουσίου δικηγόρου, μόνο με την επισημείωση της γραμματέως εμπεριέχει και την έννοια της τηλεφωνικής ειδοποίησης (πιθανότατα και μήνυμα στον τηλεφωνητή;) και σίγουρα πρέπει να τροποποιηθεί. Τα τελευταία χρόνια εξάλλου, έχει παρατηρηθεί επανειλημμένα το φαινόμενο της μη ενημέρωσης του πληρεξουσίου δικηγόρου για εμφάνιση στη ρητή δικάσιμο, γεγονός που οδηγεί σε απόρριψη των αιτήσεων ακυρώσεως.

3. Εξουσιοδότηση του αλλοδαπού διαδίκου, θεωρημένη αρμοδίως για το γνήσιο της υπογραφής του τελευταίου.
Για τη συνέχιση της δίκης απαιτείται εξουσιοδότηση του αλλοδαπού με θεωρημένο το γνήσιο υπογραφής του. Η δυνατότητα αυτή υφίσταται για τους κατόχους ειδικής βεβαίωσης νόμιμης διαμονής, δεκτής προσωρινής διαταγής ή αναστολής όχι, όμως, για τους  παράνομους αλλοδαπούς. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να προστεθεί η δυνατότητα προσκόμισης δικαστικού Πληρεξουσίου[7] ή η αυτοπρόσωπη παρουσία του αλλοδαπού και συνακόλουθα η δήλωση συνεχίσεως της δίκης να γίνεται με σχετική σημείωση του γραμματέως [8].

4. Δήλωση σε προθεσμία 30 ημερών

Η θέση σύντομης προθεσμίας τριάντα ημερών πρέπει να επιμηκυνθεί σε προθεσμία  έξι μηνών

Ε Το ισχύον δίκαιο για κατάργηση της δίκης

Ο όρος κατάργηση της δίκης περιλαμβάνεται ως δικονομική συνέπεια, πρώτον, της παραίτησης του διαδίκου από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, στο άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ. 18/1989. πρόκειται για λίαν εκτενή διάταξη, η οποία ρυθμίζει διεξοδικά τον τύπο και τη διαδικασία υποβολής της παραίτησης, καθώς και τις δικονομικές της συνέπειες, δηλαδή τη δικαστική πράξη που εκδίδεται επ’ αυτής. Κατάργηση της δίκης επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 31 του π.δ. 18/1989, και ο θάνατος του ιδιώτη ή η διάλυση του νομικού προσώπου που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή μέσον, εφόσον το αντικείμενο της δίκης είναι προσωποπαγές, ή δεν υπάρχουν πρόσωπα τα οποία εμφανίζονται για να συνεχίσουν τη δίκη.

Στο άρθρο 32 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8/9.1.1989 τ.Α΄) «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας», ορίζεται ότι: «1. Η δίκη καταργείται αν μετά την άσκηση του ένδικου μέσου η προσβαλλόμενη πράξη ή δικαστική απόφαση ανακλήθηκε, ακυρώθηκε ή εξαφανίσθηκε. 2. Καταργείται ομοίως η δίκη αν μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε για οποιοδήποτε λόγο να ισχύει, εκτός αν ο αιτών επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι πέραν της καταργήσεως της δίκης λόγω της εξ υπαρχής ακυρώσεως ή ανακλήσεως της προσβληθείσης με αίτηση ακυρώσεως διοικητικής πράξεως, στις οποίες αναφέρεται η παρ. 1 του παρατεθέντος άρθρου 32 του Π.Δ/τος 18/1989, κατάργηση της ακυρωτικής δίκης προβλέπεται επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου, και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία μέχρι το χρόνο εκδικάσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, έπαυσε, για οιονδήποτε λόγο, η ισχύς της προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, διαγραφομένου κατ’ αυτόν τον τρόπο του κανόνα ότι δεν επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, η ακύρωση πράξεως ή παραλείψεως, η οποία δεν ισχύει (ΣτΕ 2554/2000, 945/1999, επίσης βλ. ΣτΕ 304/2002). Ο κανόνας αυτός είναι συμβατός τόσο με το Σύνταγμα (βλ. ΣτΕ 2599/1998, 4746/1996, 2517/1993, 4237/1990, 397/1986 Ολομ. κ.α.) όσο και με τις διατάξεις της κυρωθείσης με το Ν.Δ. 53/1974 (Α’ 256) Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (βλ. ΣτΕ 4746/1996), δεδομένου μάλιστα ότι συγχωρείται, κατ’ εξαίρεση, η συνέχιση της δίκης, όταν ο αιτών επικαλείται ιδιαίτερο προς τούτο έννομο συμφέρον, προκειμένου να αποτραπούν δυσμενείς, διοικητικής φύσεως, συνέπειες της προσβληθείσης πράξεως, οι οποίες δεν μπορούν να αρθούν παρά μόνον με την έκδοση ακυρωτικής αποφάσεως. Στη διάταξη αυτή προστέθηκε, με το άρθρο 31 παρ. 1 του Ν. 3772/2009, η παράγραφος 3, που αφορά τη συνέχιση της δίκης επί πράξεων περιορισμένης χρονικής ισχύος οι οποίες αντικαταστάθηκαν με νέα, δυσμενή για τον αιτούντα πράξη [9].

Συνεπώς ο θεσμός της κατάργησης της δίκης, όπως ήδη ισχύει, για τις δίκες που η ισχύς της προσβαλλόμενης πράξης έχει παύσει (π.χ απελάσεις μετά την πάροδο πενταετίας) μπορεί να οδηγήσει στην μερική αποσυμφόρηση των δικαστηρίων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                    Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΕΛ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ                      ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΓΚΑΡΤΖΟΝΙΚΑ

 

Κοιν 1) Γενικό Γραμματέα Υπουργείου Δικαιοσύνης–Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

2) Ένωση Διοικητικών Δικαστών

3) Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών

4) Νομικό Συμβούλιο του Κράτους

4) Ανεξάρτητη Αρχή Συνήγορος του Πολίτη

 

 

 

 


[1] Η «ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ» (Ε.Δ.Α.Μ.) είναι σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με σκοπό την αντιμετώπιση κάθε θέματος που αφορά το Δίκαιο Αλλοδαπών στην θεωρία και στην εφαρμογή του, την ισχυροποίηση του νομικού πλαισίου και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν στην πράξη. Αριθμεί 285 μέλη, δικηγόρους και νομικούς, της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων περιοχών.

 

[2] Ν Κλαμαρή  Το δικαίωμα δικαστικής Προστασίας κατά το άρθρο 20&1Σ σελ64επ

[3] Κλαμαρή ο.π σελ 214, Δαγτόγλου Διοικητικο Δικονομικό σελ 50 επ

[4] Δαγτόγλου ο.π σελ 48,  Μπέη ,Δ8σελ 610

[5] Παρατηρήσεις επιστημονικής επιτροπής της Βουλήςν 3994/2011

[6] Κλαμαρή ο.π 153,223

[7] Κατά την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων, στις οποίες συμβαλλόμενοι ή συμμετέχοντες καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, που παρίστανται αυτοπροσώπως ή δηλώνουν κατοικία ή διαμονή στην ημεδαπή, οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να διαπιστώνουν ότι αυτοί έχουν θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής ή βεβαίωση της παρ. 3 του άρθρου 11 του νόμου αυτού ότι έχουν καταθέσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοσή της και να κάνουν σχετική μνεία στην πράξη τους. {αντικατάσταση του 1ου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 85 με την παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν. 3536/07}

Εξαιρούνται οι περιπτώσεις της σύνταξης πληρεξουσίων σε δικηγόρους προκειμένου να εκπροσωπήσουν υπηκόους τρίτων χωρών ενώπιον δικαστηρίων, καθώς και της σύνταξης συμβολαιογραφικών πράξεων που αφορούν την αναγνώριση τέκνου εκτός γάμου, όταν ο ένας των γονέων είναι Έλληνας ή πολίτης άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή υπήκοος τρίτης χώρας που διαμένει νομίμως στην Ελλάδα. {αντικατάσταση του 2ου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 85 με την παρ. 5 του άρθρου 28 του Ν. 3613/07}

[8]  Παραβ άρθρο 30ΚΔΔ

[9] Ευγενία Β. Πρεβεδούρου «Η κατάργηση της Διοικητικής Δίκης», σελ. 5.